Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Εποχές και Συγγραφείς
Το όνειρο στο κύμα οπτικοποιημένο
Μέρος 1ο
https://www.youtube.com/watch?v=AdU7kz2c0e8
Μέρος 2ο
https://www.youtube.com/watch?v=Fdq1tRnoDY8
Μέρος 3ο
https://www.youtube.com/watch?v=XUDcRTJ5lCI
Μέρος 4ο
https://www.youtube.com/watch?v=hxQ-dvL5bdA
Μέρος 5ο
https://www.youtube.com/watch?v=sbXkrYZT2Gc
Μέρος 6ο
https://www.youtube.com/watch?v=xavPO5JfgKU
Όνειρο στο κύμα ορχηστρικό
https://www.youtube.com/watch?v=qsdAvUQa6oY
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειμώνα που ήρχισ’ ευθύς κατόπιν μ’ επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ’ έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.
Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ’ εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.
Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ’ επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου…
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.
Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.
** *
Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ’ ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.
Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ’ εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ’ αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ’ έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ’ έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ’ οι ξένοι κ’ οι διαβάτες, και τα πετεινά τ’ ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”
Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ’ έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.
Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν’ αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.
Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι’ εμέ.
Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.
Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.
Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι’ αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι’ εαυτόν και διά την ανεψιάν του.
Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.
Εγκατεστάθη εκεί, κ’ έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ’ ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.
** *
Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ’ εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ’ ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ’ αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί…”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.
Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ’ έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.
Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ’ η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;
Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:
Εφώναζα ως τρελός:
— Μοσχούλα!… πού ειν’ η Μοσχούλα;
Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:
— Τί έχεις και φωνάζεις;
Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:
— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!… Με σένα δεν έχω να κάμω.
Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ’ έγινεν άφαντη.
Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ’ εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.
Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:
— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ’ άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!… Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!…
Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή… Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι’ αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ’ ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.
** *
Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν’ “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ’ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.
Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι’ αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ’ εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.
Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.
Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.
Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ’ έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ’ ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ’ ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.
Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι’ εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.
Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.
— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…
** *
Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ’ εκινείτο εδώ κ’ εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.
Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ’ η στιγμή καθ’ ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.
Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!
Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω… Μην τρομάζης!… φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”
Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ’ επερίμενα.
“Αυτή δεν θ’ αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη… θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!…”
Κ’ ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!
Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν’ αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.
Θ’ άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν’ αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.
Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.
Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…
Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν’ αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ’ ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ’ εντεύθεν του άντρου.
Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.
** *
Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!…”
Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα… Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!…
Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον… Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ’ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!…
Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!
Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη… Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.
Συγχρόνως μ’ εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;
** *
Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν’ ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.
Αλλ’ όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς…— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου…
Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν’ αρθρώσω φωνήν, κ’ έκραξα:
— Μη φοβάσαι!… δεν είναι τίποτε… δεν σου θέλω κακόν!
Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω… Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.
Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.
Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.
Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.
Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!… Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της…
Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.
Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!… Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα… Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.
Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!
Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…
** *
Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.
Αλλ’ εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!… Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.
Κ’ εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ’ έγινα δικηγόρος… Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!
Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.
Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!…
Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ’ επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι’ εμέ, όπως η Γραφή λέγει.
Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…”
(Διά την αντιγραφήν)
Αφηγηματικές τεχνικές -αφηγηματικοί τρόποι
Αφηγηματικές τεχνικές
Οι λειτουργίες του αφηγητή
0 αφηγητής μπορεί να είναι πρόσωπο της αφήγησης, με πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα ρόλο, ή μπορεί να είναι αμέτοχος στα γεγονότα. Αν συμμετέχει στην ιστορία (είτε ως βασικός ήρωας είτε ως απλός παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας), τον ονομάζουμε «ομοδιηγητικό αφηγητή». Σ’ αυτή την περίπτωση ο αφηγητής αφηγείται σε πρώτο ρηματικό πρόσωπο (πρωτοπρόσωπη αφήγηση).
Διακρίνονται δύο παραλλαγές του ομοδιηγητικού αφηγητή: ο αφηγητής-παρατηρητής/θεατής, δηλαδή ο αφηγητής που είναι παρατηρητής/μάρτυρας των συμβάντων της αφήγησης, και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής, δηλαδή ο αφηγητής που συμμετέχει στην αφήγηση ως βασικός ήρωας. Όταν μάλιστα αφηγείται σε πρώτο ρηματικό την προσωπική του ιστορία, ονομάζεται ιδιαίτερα «αυτοδιηγητικός αφηγητής».
Αν ο αφηγητής δεν συμμετέχει καθόλου στην ιστορία που διηγείται ονομάζεται «ετεροδιηγητικός αφηγητής». Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας αναθέτει την αφήγηση σε πρόσωπο ξένο προς την ιστορία, την οποία παρουσιάζει σε τρίτο πρόσωπο (τριτοπρόσωπη αφήγηση). Ονομάζεται, ιδιαίτερα, «παντογνώστης αφηγητής» (ή «αφηγητής-Θεός») αυτός που βρίσκεται παντού και πάντοτε και γνωρίζει τα πάντα, ακόμα και τις πιο απόκρυφες σκέψεις των προσώπων της αφήγησης.
Η εστίαση
Με τον όρο «εστίαση» αναφερόμαστε στην απόσταση που παίρνει ο αφηγητής από τα πρόσωπα της αφήγησης. Ο Ζενέτ προτείνει τους ακόλουθους τρεις τύπους εστίασης της τριτοπρόσωπης αφήγησης:
• Αφήγηση χωρίς εστίαση (ή μηδενική εστίαση): ο αφηγητής γνωρίζει περισσότερα από τα πρόσωπα. Αντιστοιχεί στην αφήγηση με παντογνώστη αφηγητή.
• Αφήγηση με εσωτερική εστίαση: η αφήγηση παρακολουθεί ένα από τα
πρόσωπα ή ο αφηγητής ξέρει τόσα, όσα και το πρόσωπο από τη σκοπιά του οποίου αφηγείται.
πρόσωπα ή ο αφηγητής ξέρει τόσα, όσα και το πρόσωπο από τη σκοπιά του οποίου αφηγείται.
• Αφήγηση με εξωτερική εστίαση: ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή ο ήρωας δρα, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί να μάθει τις σκέψεις του (π.χ. αστυνομικά μυθιστορήματα).
0 χρόνος της αφήγησης
Τρεις χρονικές τοποθετήσεις της αφήγησης χρονικά, σε σχέση με την ιστορία, είναι πιθανές: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Με βάση αυτά τα χρονικά επίπεδα, η αφήγηση μπορεί να είναι τεσσάρων ειδών:
• Η μεταγενέστερη αφήγηση. Είναι η πιο συχνή. Διηγούμαστε την ιστορία αφού έχει εξ ολοκλήρου συντελεστεί.
• Η προγενέστερη αφήγηση, που προηγείται της έναρξης της ιστορίας.
• Η ταυτόχρονη αφήγηση, της οποίας η εκφώνηση είναι σύγχρονη της ιστορίας.
• Η παρέμβλητη αφήγηση, όπου ο αφηγητής διηγείται μαζί με τα γεγονότα που συντελέστηκαν και τις σκέψεις που του έρχονται κατά τη στιγμή της γραφής.
H χρονική σειρά των γεγονότων
Συχνά ο αφηγητής παραβιάζει την ομαλή χρονική πορεία για να γυρίσει προσωρινά στο παρελθόν ή αφηγείται ένα γεγονός που πρόκειται να διαδραματιστεί αργότερα. Τις παραβιάσεις αυτές τις ονομάζουμεαναχρονίες και τις διακρίνουμε σε:
Αναδρομικές αφηγήσεις I αναδρομές ή αναλήψεις και Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις.
Αναδρομή είναι η τεχνική κατά την οποία διακόπτεται η κανονική χρονική σειρά των συμβάντων για να εξιστορηθούν γεγονότα του παρελθόντος, ενώ στην πρόληψη ο αφηγητής κάνει λόγο εκ των προτέρων για γεγονότα που θα γίνουν αργότερα.
Άλλες τεχνικές με τις οποίες παραβιάζεται η ομαλή, φυσική χρονική σειρά:
• In medias res: η λατινική αυτή φράση σημαίνει «στο μέσο των πραγμάτων», δηλαδή στη μέση της υπόθεσης, και αποτελεί μια τεχνική της αφήγησης σύμφωνα με την οποία το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την αρχή, αλλά ο αφηγητής αρχίζει την ιστορία από το κρισιμότερο σημείο της πλοκής και, έπειτα, με αναδρομή στο παρελθόν, παρουσιάζονται όσα προηγούνται του σημείου αυτού. Με την τεχνική αυτή διεγείρεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν γίνεται κουραστική.
• Εγκιβωτισμός: σε κάθε αφηγηματικό κείμενο υπάρχει μια κύρια αφήγηση που αποτελεί την αρχική ιστορία και υπάρχουν και μικρότερες, δευτερεύουσες αφηγήσεις μέσα στην κύρια αφήγηση που διακόπτουν την ομαλή ροή του χρόνου. Αυτή η «αφήγηση μέσα στην αφήγηση»
ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή εγκιβωτισμός.
ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή εγκιβωτισμός.
• Παρέκβαση/παρέμβλητη (εμβόλιμη) αφήγηση: είναι η προσωρινή διακοπή της φυσικής ροής των γεγονότων και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση του έργου.
• Προϊδεασμός/προσήμανση: είναι η ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη από τον αφηγητή για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
• Προοικονομία: είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διευθετεί τα γεγονότα και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι για τον αναγνώστη φυσική και λογική.
Η χρονική διάρκεια
0 χρόνος της αφήγησης έχει τις ακόλουθες σχέσεις με τον χρόνο της ιστορίας, με κριτήριο τη διάρκεια των γεγονότων:
O χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μικρότερος από τον χρόνο της ιστορίας, όταν ο αφηγητής συμπυκνώνει τον χρόνο (συστολή του χρόνου) και παρουσιάζει συνοπτικά (σε μερικές σειρές) γεγονότα που
έχουν μεγάλη διάρκεια. Με τον τρόπο αυτό, ο ρυθμός της αφήγησης επιταχύνεται.
έχουν μεγάλη διάρκεια. Με τον τρόπο αυτό, ο ρυθμός της αφήγησης επιταχύνεται.
• Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον χρόνο της ιστορίας, όταν ο αφηγητής επιμηκύνει τον χρόνο (διαστολή του χρόνου) και παρουσιάζει αναλυτικά γεγονότα που διαρκούν ελάχιστα.
Με τον τρόπο αυτό επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.
Με τον τρόπο αυτό επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.
• Ο χρόνος της αφήγησης είναι ίσος με τον χρόνο της ιστορίας, συνήθως σε διαλογικές σκηνές.
Για να συντομεύσει τον χρόνο της αφήγησης, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις ακόλουθες τεχνικές:
• Επιτάχυνση: παρουσιάζει σύντομα γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια.
• Παράλειψη: κάποια γεγονότα δεν τα αναφέρει καθόλου, επειδή δεν σχετίζονται με την ιστορία.
• Περίληψη: παρουσιάζει συνοπτικά τα ενδιάμεσα γεγονότα.
•Έλλειψη ή αφηγηματικό κενό: ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα της ιστορίας ή κάποια γεγονότα που εννοούνται εύκολα ή δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην πλοκή.
•Έλλειψη ή αφηγηματικό κενό: ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα της ιστορίας ή κάποια γεγονότα που εννοούνται εύκολα ή δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην πλοκή.
Η τεχνική με την οποία ο συγγραφέας διευρύνει τον χρόνο της αφήγησης είναι:
•Η επιβράδυνση: γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια στην πραγματικότητα παρουσιάζονται εκτεταμένα στην αφήγηση.
Η χρονική συχνότητα
Η αφηγηματική συχνότητα καθορίζεται από τη σχέση της εμφάνισης ενός γεγονότος στην ιστορία και της έκθεσής του μέσα στην αφήγηση. Έτσι,μοναδική αφήγηση είναι η αφήγηση αυτού που έγινε μία φορά,επαναληπτική είναι η επανάληψη X φορές αυτού που έγινε μια φορά,θαμιστική είναι αφήγηση μία φορά αυτού που έγινε X φορές καιπολυμοναδική είναι η αφήγηση X φορές αυτού που έγινε X φορές.
Στοιχεία πλοκής –Δραματικά απρόοπτα
Κάποιο γεγονότα συμβαίνουν ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει ο θεατής και αλλάζουν την πορεία του μύθου.
Αφηγηματικοί τρόποι
Μέρος των αφηγηματικών τεχνικών ενός κειμένου είναι και οι αφηγηματικοί τρόποι που απαντούν στο ερώτημα «πώς αφηγείται» κάποιος. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο όρος αφηγηματικές τεχνικές είναι ευρύτερος και σ’ αυτόν υπάγονται και οι τρόποι με τους οποίους αφηγείται κάποιος και οι οποίοι είναι οι εξής:
•Έκθεση ή αφήγηση: είναι η παρουσίαση γεγονότων και πράξεων, την οποία ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διέκριναν σε «διήγηση» και «μίμηση». Στη διήγηση ο αφηγητής αφηγείται μια ιστορία με τη δική του φωνή, ενώ στη μίμηση δανείζεται τη φωνή άλλων προσώπων.
• Διάλογος: είναι τα διαλογικά μέρη σε ευθύ λόγο και σε πρώτο πρόσωπο.
• Περιγραφή: η αναπαράσταση προσώπων, τόπων, αντικειμένων, η αφήγηση καταστάσεων.
• Σχόλιο: η παρεμβολή σχολίων, σκέψεων, γνωμών από τον αφηγητή, έξω από τη ροή της αφήγησης, που στοιχειοθετεί, όπως και η περιγραφή, μια επιβράδυνσή της.
• Ελεύθερος πλάγιος λόγος: η πιστή απόδοση σκέψεων, διαθέσεων ή συναισθημάτων σε γ’ πρόσωπο και σε παρωχημένο χρόνο. To τμήμα αυτό φαίνεται να ανήκει στην καθαρή αφήγηση, στην ουσία όμως εύκολα μετατρέπεται σε ευθύ λόγο.
• Εσωτερικός μονόλογος: η απόδοση των σκέψεων ή συναισθημάτων σε α’ πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα.
Κείμενα Νεοελληνική λογοεχνίας Α΄λυκείου – βιβλίο καθηγητή.
Ερωτήσεις ΚΕΕ
Ερμηνευτικά σχόλια :
http://www.schooltime.gr/2012/11/04/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%B3-%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B8%CE%B5%CF%89/#.Ucb_Tzvwk8o
Παπαδιαμάντης
https://www.youtube.com/watch?v=wPDtJ6880nU
ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ
2003
Α΄. ΚΕΙΜΕΝΟ: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα (απόσπασμα: Την ανεγνώρισα πάραυτα... και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!... σ.171-174)Β΄. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Ποια είναι η σχέση της πεζογραφίας του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό (Μονάδες 9).
Να αναφέρετε τέσσερα (4) σημεία του κειμένου που σας δόθηκε, τα οποία επιβεβαιώνουν τη θέση σας (Μονάδες 6).
Μονάδες 15
2. Ποια από τα χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη εντοπίζετε στο απόσπασμα που σας δόθηκε;
Μονάδες 20
3. Να εντοπίσετε τέσσερα (4) διαφορετικά εκφραστικά μέσα με τα οποία ο συγγραφέας ζωντανεύει το "όνειρο στο κύμα".
Μονάδες 20
4. "Δεν δύναμαι ... το πλέον εις το κύμα". Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο (100-120 λέξεις) το απόσπασμα.
Μονάδες 25
5. Να αναγνώσετε συγκριτικά το απόσπασμα από το διήγημα "Όνειρο στο κύμα" και το επόμενο απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" του Στράτη Μυριβήλη και να επισημάνετε τις ομοιότητες (Μονάδες 10) και τις διαφορές τους (Μονάδες 10) ως προς το περιεχόμενο.
Μονάδες 20
Στράτης Μυριβήλης, "Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια", (απόσπασμα).Η Σαπφώ τραβάει ίσια, ανοιχτά, με μεγάλες χαριτωμένες πλεψιές. Το κεφάλι της πέφτει κι ανασηκώνεται ρυθμικά, και η θάλασσα, κάθε φορά που ανεγέρνει απάνω της, τη φιλά στο μάγουλο. Φορεί κι αυτή μαύρο μαγιό. Φαίνεται πίσω ο λαιμός κ' η πλάτη, σα λαξεμένη σε χλομό μάρμαρο πολύ δουλεμένο. Φαίνεται ακόμα το ένα μπράτσο της, έτσι που αναδύεται μαλακά μες από το νερό. (...)
Μια στιγμή η Σαπφώ γυρίζει τ' ανάσκελα. Κολυμπά μόνο με τα χέρια της, που δουλεύουν σα δυο γρήγορα κουπιά. Μικρά - μικρά κυματάκια σηκώνουνται από τις άκρες τω χεριώ της, απλώνουν ως τις σκοτεινές μασκάλες και παίζουν γύρω στις κορφές των κόρφων, που ξεμυτίζουν από το νερό, στέρεοι σαν καρποί. Το μπανιερό κολνάει βρεγμένο πάνω στη γερή σάρκα.
Ο Λεωνής σηκώνει ταραγμένος τη ματιά, ψαχουλεύει με αγωνία ψηλά ένα γύρω, πάνω στο πράσινο μπουκέτο της Βίγλας. Σα να μην ήθελε να δει άλλος κανένας πως την είδε, ή σα νάνιωσε το μαγνήτη μιας άλλης ματιάς να τραβάει τη δική του σαν πετονιά από κει ψηλά. Και ίσα - ίσα του φάνηκε πως πήρε το μάτι του κάποια κίνηση. Σα να παραμέρισαν βιαστικά μια τούφα σκίνα, σα ν' ασπρολόγησε κάτι. (...)
Νιώθει ακόμα τη γλυκιά ταραχή να κυκλοφέρνει μέσα στο αίμα του. Είναι το όραμα της Σαπφώς, που κολυμπά ανάσκελη. Κατόπι την είδε σαν πλεύρισε, και ξέρει πως την παραφύλαγε να βγει, την είδε όρθια, να πηδά με μικρά πηδήματα από βραχάκι σε βραχάκι. Ένα φτερωμένο κορμί περεχυμένο θάλασσα και ήλιο. Καθάριο, κρουστό σαν τα βρεγμένα βότσαλα. Ακούει τους αχινούς, κουβάρα, να σιγοτρίζουν τα μπλεγμένα τους αγκάθια. Αφήνει το ένα πόδι του να κρεμαστεί πάνω στο νερό. Μια τρίχα κοντά στο νερό. Η θάλασσα με τον ανασασμό της τον αγγίζει, τόνε γαργαλά στη φτέρνα και πάλι αποτραβιέται. Μέσα στα ρηχά καθρεφτιούνται τα χρωματιστά ζωνάρια της βάρκας. Σαλεύουνται σα νεροφείδες που παλεύουν ή αγκαλιάζουνται, σγουραίνουν παράλληλα, κυματίζουν τις κουλούρες τους. Νιώθει κάτι που τόνε στενοχωρεί. Είναι που άφησε τον εαυτό του να δει ολόγυμνη σχεδόν τη Σαπφώ. Η κυριολεξία δηλαδή δεν είταν "άφησε τον εαυτό του". Γιατί είταν βέβαιο πως παραμόνεψε τη στιγμή που έκανε να ξενερίσει. (...)
Είταν η γυναίκα του Βρανά, του πεθαμένου φίλου. Όμως είταν αλήθεια μια παίδα εικοσιδυό χρονώ όμορφη σαν καμιάν άλλη. Αυτό πια τόξερε, το αιστανότανε μ' ολάκερο το κορμί του. Την είδε μέσα στην αποθέωση της ομορφιάς της να αναδύεται. Από πάνω της να κρουνελίζει η θάλασσα κι ο ήλιος. (...)
Ένιωσε μια καταφρόνεση για την κατάντια του, σαν πόνο μέσα στη σάρκα. Και παράσταινε τάχα το "όνειρο στο κύμα". Αηδία και ντροπή ... Και "όνειρο στο κύμα"! Η θύμησή του πήδηξε πάλι σ' ένα σάλτο καιρούς κι αποστάσεις, ζευγαρώνοντας απίθανα τις λεπτομέρειες. Θυμήθηκε πως είτανε του Παπαδιαμάντη κείνο το στερνό κομμάτι πούχε διαβάσει στο Βρανά πριν θολώσουν τα συλλοϊκά του.
2004
Α΄. ΚΕΙΜΕΝΟ: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα (απόσπασμα: Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει ... κ' ελούετο... σ. 168-171).
Β΄. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Στον Παπαδιαμάντη «φύση και άνθρωπος αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται» (Κυριάκος Πλησής, Προσεγγίσεις: Λογοτεχνικά δοκίμια για 12 Νεοέλληνες Συγγραφείς, «Αστήρ» Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου, 1955). Να δώσετε τρία παραδείγματα από το κείμενο με τα οποία επιβεβαιώνεται η παραπάνω άποψη (Μονάδες 9) και με βάση αυτά να χαρακτηρίσετε το είδος της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη (Μονάδες 6).
Μονάδες 15
2. Αφού διαβάσετε προσεκτικά το απόσπασμα από το «Όνειρο στο κύμα» του Αλ. Παπαδιαμάντη, να αναγνωρίσετε τον τύπο του αφηγητή και την εστίαση και να εντοπίσετε πέντε (5) εκφραστικά μέσα στην πρώτη παράγραφο του αποσπάσματος «Μίαν εσπέραν ... ήτον τον Αύγουστον μήνα».
Μονάδες 20
3. Να εξετάσετε τη λειτουργία της περιγραφής στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
Μονάδες 20
4. «Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, ... συνήθως ελούετο». Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο το χωρίο (περίπου 130 λέξεις).
Μονάδες 25
5. Αφού συγκρίνετε το απόσπασμα από το «Όνειρο στο κύμα» του Αλ. Παπαδιαμάντη με το επόμενο απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη να επισημάνετε τις ομοιότητες ως προς το περιεχόμενο.
Μονάδες 20
Κοσμάς Πολίτης, «Λεμονοδάσος» (απόσπασμα)Χαρά Θεού. Είναι νωρίς ακόμα κι ο μπάτης δε σηκώθηκε. Η θάλασσα γαλάζια κι αρυτίδωτη, μια πάχνη ανάρια κάθεται χαμηλά, τριγύρω στον ορίζοντα, σπαρμένη εδώ κι εκεί μ' ακίνητα λευκά πανάκια.
Πέρα, μακριά, στο θάμπος του πελάγου, ένα βραχάκι ολόρθο στέκεται μοναχικό καταμεσής της θάλασσας. Ο ήλιος το ντύνει μ' ένα φως ξανθό -τριανταφυλλί κα. το εξαϋλώνει. Λες κ' είν' ο Ιησούς επί των υδάτων.
Νιώθω μέσα μου την πρωινή γαλήνη, χαμογελώ σ' όλους τους επιβάτες. Δεν είναι γνώριμα τα μέρη τούτα που τα ξαναπέρασα πριν από δεκαπντε μέρες. Η ακρογιαλιά, τόσο κοντά, που ξεχωρίζω κάθε σκισιά του βράχου, κάθε χορτάρι πάνω στο βουναλάκι ψηλά.
Τώρα γίνηκε απότομη. Τα πεύκα, ξέχωρα φυτρωμένα, φτάνουνε ως την άκρη από τα βράχια. Ένα τους φύτρωσε απόμερα πάνω στην κάθετη πλαγιά· γέρνει πάνω στη θάλασσα να τη φιλήσει.
Τα βουναλάκια χαμηλώνουν, αλλάζουν σε πλατειές ταράτσες, η μια πάνω από την άλλη, φυτεμένες λιόδεντρα. Πίσω τους η βαθυγάλαζη βουνοσειρά. Ο δρόμος ασπρίζει χαμηλα, πλάϊ στ' ακρογιάλι.
Η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα πιο βαθύ, αρχίζει να ζαρώνη με την πρώτη ανάλαφρη πνοή. [...] Χάνω το αίσθημα του χρόνου -φαντάζομαι να κυβερνώ τη γρήγορη τριήρη του Ιάσονα στο θριαμβευτικό ταξίδι της προς την Κολχίδα.- Κάποιο καστανόχρυσο δέρας θα' ναι το ζηλεμένο έπαθλο. Ανοίξαν τα βουνά διάπλατα στο σίμωμά μας, όπως σέ παραμύθι, και πλέομε ανάμεσα σε καταπράσινες ακρογιαλιές που όσο πάνε και στενεύουν. [...] Ο ήλιος καίει καλοκαιριάτικος.
2006
Α΄. ΚΕΙΜΕΝΟ: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα (απόσπασμα: Δεν ηξεύρω αν η κόρη ...βοσκός εις τα όρη σ. 175-178).
Β΄. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Παπαδιαμάντης είναι κατεξοχήν "βιωματικός" συγγραφέας. Τεκμηριώστε τη θέση αυτή με πέντε βιωματικού χαρακτήρα αναφορές στο κείμενο που σας δόθηκε.
Την έβλεπε στον ύπνο του μ' υψωμένα
Χέρια να παραληρεί με θέρμη
Την έβλεπε κάθε πρωί να γνέφει
Στο απέναντι παράθυρο να χαμογελά
Μ' αστραπές στα μάτια και στα δόντια
Μες στο μισοσκότεινο δωμάτιο
Σύμβολο της άυλης παντοτινά γυναίκας
Έτσι νόμιζε τουλάχιστο δεν είχε διδαχθεί
Τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης.
Όταν πια κατάλαβε είχε ξημερώσει
Σα να κύλησε μια ατελείωτη νύχτα
Κι ήταν μόνος πάλι και ξεφύλλιζε
Παλιές πολύ παλιές φωτογραφίες.
(Αλέξανδρος Αργυρίου (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία - Γραμματολογία, τόμος ΣΤ΄, [Αθήνα:] Εκδόσεις Σοκόλη [1985], σ. 288.)
________________________
1. Βασανιζόταν, υπέφερε, ταλαιπωρείτο.
Β΄. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Παπαδιαμάντης είναι κατεξοχήν "βιωματικός" συγγραφέας. Τεκμηριώστε τη θέση αυτή με πέντε βιωματικού χαρακτήρα αναφορές στο κείμενο που σας δόθηκε.
Μονάδες 15
2. Να επισημάνετε και να σχολιάσετε τέσσερις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
Μονάδες 20
3. "[...] Η βάρκα εκείνη απείχεν ... εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον". Να εξετάσετε τη λειτουργία της περιγραφής στο συγκεκριμένο χωρίο.
Μονάδες 20
4. "Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ... ήσαν καί πολλά!...". Να σχολιάσετε το πιο πάνω χωρίο με 120-140 λέξεις.
Μονάδες 25
5. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το απόσπασμα που σας δόθηκε από το "Όνειρο στο κύμα" με το παρακάτω ποίημα του Κλείτου Κύρου, "Οπτική απάτη":
Μονάδες 20
Κατατρύχονταν1 από μια μορφή γυναίκαςΤην έβλεπε στον ύπνο του μ' υψωμένα
Χέρια να παραληρεί με θέρμη
Την έβλεπε κάθε πρωί να γνέφει
Στο απέναντι παράθυρο να χαμογελά
Μ' αστραπές στα μάτια και στα δόντια
Μες στο μισοσκότεινο δωμάτιο
Σύμβολο της άυλης παντοτινά γυναίκας
Έτσι νόμιζε τουλάχιστο δεν είχε διδαχθεί
Τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης.
Όταν πια κατάλαβε είχε ξημερώσει
Σα να κύλησε μια ατελείωτη νύχτα
Κι ήταν μόνος πάλι και ξεφύλλιζε
Παλιές πολύ παλιές φωτογραφίες.
(Αλέξανδρος Αργυρίου (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία - Γραμματολογία, τόμος ΣΤ΄, [Αθήνα:] Εκδόσεις Σοκόλη [1985], σ. 288.)
________________________
1. Βασανιζόταν, υπέφερε, ταλαιπωρείτο.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ
2006
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα»
Πανελλήνιες Λογοτεχνίας Θεωρητικής Κατεύθυνσης 2006
Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Παπαδιαμάντης είναι κατεξοχήν «βιωματικός» συγγραφέας. Τεκμηριώστε τη θέση αυτή με πέντε βιωματικού χαρακτήρα αναφορές στο κείμενο που σας δόθηκε.
Η ιδιαίτερη επιτυχία αυτού του διηγήματος βασίζεται στο γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης γράφει για κάτι που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, για τη ζωή στη Σκιάθο και μάλιστα, παρουσιάζει τα διαδραματιζόμενα μέσα από τα μάτια ενός νέου που έχει κοινά βιώματα με αυτά του συγγραφέα. Η γνώση, κατά πρώτον, της περιοχής στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, με τις ακριβείς αναφορές για την ακτή, τη θάλασσα και τις μετακινήσεις των ψαράδων, αποτελούν σαφή ένδειξη ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει σε αυτόν τον τόπο γι’ αυτό και μπορεί να τον περιγράφει με πραγματικές αναφορές και χαρακτηριστική παραστατικότητα.
Επίσης, η εκπαίδευση που αναφέρει ο αφηγητής ότι έχει λάβει σε ιερατικές σχολές συμπίπτει με το γεγονός ότι ο συγγραφέας ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Σκιάθου. Χάρη σε αυτή την επαφή με την εκκλησία ο Παπαδιαμάντης απέκτησε μια έντονη θρησκευτικότητα, η οποία αντανακλάται και στον ήρωα της αφήγησης ο οποίος αναφέρει ότι θα έπρεπε να έχει γίνει μοναχός. Η ματαίωση, άλλωστε, της επιθυμίας του νεαρού αφηγητή να αφοσιωθεί στην εκκλησία και να γίνει μοναχός, αποτελεί μια ακόμη παραλληλία με τη ζωή του συγγραφέα, ο οποίος είχε ζήσει για οκτώ μήνες στο Άγιο Όρος ως δόκιμος μοναχός, αλλά τελικά θεώρησε ότι δεν είναι άξιος για μια τέτοια τιμή.
Επιπλέον, παρατηρούμε ότι η έλλειψη ικανοποίησης του νεαρού αφηγητή από την ενήλικη ζωή του ως δικηγόρος και η επιθυμία που εκφράζει να μπορούσε να επιστρέψει στα βουνά της παιδικής του ηλικίας ως βοσκός, βρίσκουν πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή του συγγραφέα. Ο Παπαδιαμάντης με τις ανολοκλήρωτες σπουδές στη Φιλοσοφική δεν κατόρθωσε να διασφαλίσει μια σταθερή δουλειά κι αναγκαζόταν να γράφει για διάφορες εφημερίδες και περιοδικά και να κάνει μεταφράσεις, χωρίς ποτέ να αποκτήσει οικονομική άνεση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μάλιστα, επέστρεψε στο νησί του για να γλιτώσει από την εξαντλητική διαβίωση στην Αθήνα, αλλά ακόμη και στη Σκιάθο συνέχισε να κάνει μεταφράσεις για να διασφαλίζει κάποια χρήματα.
Παρά το γεγονός ότι δε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το βασικό γεγονός της αφήγησης, τη διάσωση της Μοσχούλας, ως πραγματικό περιστατικό της ζωής του Παπαδιαμάντη, βρίσκουμε ωστόσο ότι η ζωή, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά του αφηγητή έχουν πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή του συγγραφέα. Η εικόνα, δηλαδή, που μας δίνεται για τον αφηγητή, ότι είναι θρησκευόμενος, με αγάπη για τη ζωή του στο νησί και ότι αργότερα καταλήγει να είναι εξαιρετικά απογοητευμένος από τη ζωή του μακριά από τη φύση και μακριά από τη Σκιάθο, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι ανταποκρίνεται στην πορεία του Παπαδιαμάντη.
Να επισημάνετε και να σχολιάσετε τέσσερις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
[Οι αφηγηματικές τεχνικές αναφέρονται:
- στο είδος της αφήγησης (οι αφηγηματικοί τρόποι)
- στο χρόνο και το ρυθμό της αφήγησης
- στον αφηγητή
- στην οπτική γωνία, στην εστίαση
Αφηγηματικοί τρόποι:
- Αφήγηση
- Διάλογος
- Περιγραφή
- Σχόλια
- Ελεύθερος πλάγιος λόγος
- Εσωτερικός μονόλογος
Αφηγηματικός χρόνος
- Ο χρόνος της ιστορίας (ιστορικός/ πραγματικός)
- Ο χρόνος της αφήγησης / αφηγημένος
- Αναχρονίες:
- Αναδρομικές αφηγήσεις / αναδρομές ή αναλήψεις και
- Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις.
- Ρυθμός αφήγησης: επιτάχυνση, η παράλειψη, η περίληψη, η έλλειψη ή το αφηγηματικό κενό, επιβράδυνση.
Είδη αφηγητών με βάση το αφηγηματικό επίπεδο
• Εξωδιηγητικός: αφηγείται την κύρια ιστορία είτε συμμετέχοντας είτε όχι.
• Ενδοδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στην ιστορία και αφηγείται μια δεύτερη ιστορία.
• Μεταδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στη δευτερεύουσα ιστορία (στη μετα-αφήγηση) και αφηγείται μια άλλη ιστορία
Ο αφηγητής είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που επινοεί ο συγγραφέας για να αφηγηθεί μια ιστορία και δεν ταυτίζεται μαζί του.
Με βάση τη συμμετοχή του στην ιστορία ονομάζεται:
• Ομοδιηγητικός:
Συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) είτε ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας.
• Ετεροδιηγητικός:
Δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται
Η εστίαση της αφήγησης
Μηδενική = Ο αφηγητής ξέρει περισσότερα από ό,τι τα πρόσωπα, είναι έξω από τη δράση (παντογνώστης)
Αφηγητής > Πρόσωπα
• Εσωτερική = Ο αφηγητής ξέρει όσα και τα πρόσωπα
Αφηγητής = Πρόσωπα
• Εξωτερική = Ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα
Αφηγητής < Πρόσωπα
Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Παπαδιαμάντης είναι κατεξοχήν «βιωματικός» συγγραφέας. Τεκμηριώστε τη θέση αυτή με πέντε βιωματικού χαρακτήρα αναφορές στο κείμενο που σας δόθηκε.
Η ιδιαίτερη επιτυχία αυτού του διηγήματος βασίζεται στο γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης γράφει για κάτι που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, για τη ζωή στη Σκιάθο και μάλιστα, παρουσιάζει τα διαδραματιζόμενα μέσα από τα μάτια ενός νέου που έχει κοινά βιώματα με αυτά του συγγραφέα. Η γνώση, κατά πρώτον, της περιοχής στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, με τις ακριβείς αναφορές για την ακτή, τη θάλασσα και τις μετακινήσεις των ψαράδων, αποτελούν σαφή ένδειξη ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει σε αυτόν τον τόπο γι’ αυτό και μπορεί να τον περιγράφει με πραγματικές αναφορές και χαρακτηριστική παραστατικότητα.
Επίσης, η εκπαίδευση που αναφέρει ο αφηγητής ότι έχει λάβει σε ιερατικές σχολές συμπίπτει με το γεγονός ότι ο συγγραφέας ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Σκιάθου. Χάρη σε αυτή την επαφή με την εκκλησία ο Παπαδιαμάντης απέκτησε μια έντονη θρησκευτικότητα, η οποία αντανακλάται και στον ήρωα της αφήγησης ο οποίος αναφέρει ότι θα έπρεπε να έχει γίνει μοναχός. Η ματαίωση, άλλωστε, της επιθυμίας του νεαρού αφηγητή να αφοσιωθεί στην εκκλησία και να γίνει μοναχός, αποτελεί μια ακόμη παραλληλία με τη ζωή του συγγραφέα, ο οποίος είχε ζήσει για οκτώ μήνες στο Άγιο Όρος ως δόκιμος μοναχός, αλλά τελικά θεώρησε ότι δεν είναι άξιος για μια τέτοια τιμή.
Επιπλέον, παρατηρούμε ότι η έλλειψη ικανοποίησης του νεαρού αφηγητή από την ενήλικη ζωή του ως δικηγόρος και η επιθυμία που εκφράζει να μπορούσε να επιστρέψει στα βουνά της παιδικής του ηλικίας ως βοσκός, βρίσκουν πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή του συγγραφέα. Ο Παπαδιαμάντης με τις ανολοκλήρωτες σπουδές στη Φιλοσοφική δεν κατόρθωσε να διασφαλίσει μια σταθερή δουλειά κι αναγκαζόταν να γράφει για διάφορες εφημερίδες και περιοδικά και να κάνει μεταφράσεις, χωρίς ποτέ να αποκτήσει οικονομική άνεση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μάλιστα, επέστρεψε στο νησί του για να γλιτώσει από την εξαντλητική διαβίωση στην Αθήνα, αλλά ακόμη και στη Σκιάθο συνέχισε να κάνει μεταφράσεις για να διασφαλίζει κάποια χρήματα.
Παρά το γεγονός ότι δε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το βασικό γεγονός της αφήγησης, τη διάσωση της Μοσχούλας, ως πραγματικό περιστατικό της ζωής του Παπαδιαμάντη, βρίσκουμε ωστόσο ότι η ζωή, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά του αφηγητή έχουν πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή του συγγραφέα. Η εικόνα, δηλαδή, που μας δίνεται για τον αφηγητή, ότι είναι θρησκευόμενος, με αγάπη για τη ζωή του στο νησί και ότι αργότερα καταλήγει να είναι εξαιρετικά απογοητευμένος από τη ζωή του μακριά από τη φύση και μακριά από τη Σκιάθο, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι ανταποκρίνεται στην πορεία του Παπαδιαμάντη.
Να επισημάνετε και να σχολιάσετε τέσσερις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
[Οι αφηγηματικές τεχνικές αναφέρονται:
- στο είδος της αφήγησης (οι αφηγηματικοί τρόποι)
- στο χρόνο και το ρυθμό της αφήγησης
- στον αφηγητή
- στην οπτική γωνία, στην εστίαση
Αφηγηματικοί τρόποι:
- Αφήγηση
- Διάλογος
- Περιγραφή
- Σχόλια
- Ελεύθερος πλάγιος λόγος
- Εσωτερικός μονόλογος
Αφηγηματικός χρόνος
- Ο χρόνος της ιστορίας (ιστορικός/ πραγματικός)
- Ο χρόνος της αφήγησης / αφηγημένος
- Αναχρονίες:
- Αναδρομικές αφηγήσεις / αναδρομές ή αναλήψεις και
- Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις.
- Ρυθμός αφήγησης: επιτάχυνση, η παράλειψη, η περίληψη, η έλλειψη ή το αφηγηματικό κενό, επιβράδυνση.
Είδη αφηγητών με βάση το αφηγηματικό επίπεδο
• Εξωδιηγητικός: αφηγείται την κύρια ιστορία είτε συμμετέχοντας είτε όχι.
• Ενδοδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στην ιστορία και αφηγείται μια δεύτερη ιστορία.
• Μεταδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στη δευτερεύουσα ιστορία (στη μετα-αφήγηση) και αφηγείται μια άλλη ιστορία
Ο αφηγητής είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που επινοεί ο συγγραφέας για να αφηγηθεί μια ιστορία και δεν ταυτίζεται μαζί του.
Με βάση τη συμμετοχή του στην ιστορία ονομάζεται:
• Ομοδιηγητικός:
Συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) είτε ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας.
• Ετεροδιηγητικός:
Δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται
Η εστίαση της αφήγησης
Μηδενική = Ο αφηγητής ξέρει περισσότερα από ό,τι τα πρόσωπα, είναι έξω από τη δράση (παντογνώστης)
Αφηγητής > Πρόσωπα
• Εσωτερική = Ο αφηγητής ξέρει όσα και τα πρόσωπα
Αφηγητής = Πρόσωπα
• Εξωτερική = Ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα
Αφηγητής < Πρόσωπα
Παντογνώστης είναι ο αφηγητής που γνωρίζει τα
πάντα, εποπτεύει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση, δεν είναι δηλαδή ένα από
τα πρόσωπα της ιστορίας. Στον παντογνώστη αφηγητή αντιστοιχεί η αφήγηση χωρίς
εστίαση (μηδενική), δεδομένου ότι αυτός δεν παρακολουθεί την αφήγηση από μια
οπτική γωνία, αλλά είναι πανταχού παρών σαν ένας μικρός θεός.]
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα η αφήγηση γίνεται
σε πρώτο πρόσωπο από τον αφηγητή που συμμετέχει στα γεγονότα, οπότε πρόκειται
κυρίως για μίμηση, στην οποία όμως ενυπάρχουν και στοιχεία εσωτερικού
μονολόγου, καθώς ο αφηγητής μας δίνει τις σκέψεις του για τα διαδραματιζόμενα.
Η αφήγηση επίσης εμπλουτίζεται με σύντομα σημεία περιγραφής αλλά και μ’ έναν
ατελή διάλογο, τη στιγμή που ο αφηγητής απευθύνεται στην κοπέλα. Ο χρόνος της
ιστορίας μας έχει δοθεί με κάποια ασάφεια στην αρχή του διηγήματος και είναι
κάποια χρονιά του 187..., και παραμένει ασαφής καθώς ούτε στην πορεία της
αφήγησης μας δίνονται περισσότερα στοιχεία για το πότε ακριβώς συνέβησαν όσα
περιγράφονται. Ο χρόνος της αφήγησης πάντως όπως γίνεται σαφές από το ως άνω
απόσπασμα δίνεται με αναχρονίες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος αποτελεί
μια αναδρομή στο παρελθόν, όπου ο αφηγητής θυμάται ένα περιστατικό από τα
εφηβικά του χρόνια. Ως προς το ρυθμό της αφήγησης μπορούμε να διαπιστώσουμε μια
σχετικά επιβράδυνση στο σημείο της διάσωσης της νεαρής κοπέλας, όπου ο αφηγητής
βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει τα συναισθήματα που ένιωσε από την επαφή με το
γυμνό της σώμα. Στη συνέχεια όμως βλέπουμε ότι τα χρόνια που μεσολάβησαν από
εκείνο το περιστατικό μέχρι το παρόν του ενήλικα δικηγόρου αφηγητή μας δίνονται
πολύ συνοπτικά. Ο αφηγητής είναι ομοδιηγητικός καθώς μας αφηγείται μια ιστορία
στην οποία ο ίδιος συμμετέχει ως πρωταγωνιστής και παράλληλα χαρακτηρίζεται
εξωδιηγητικός καθώς αφηγείται την κύρια ιστορία του κειμένου στην οποία
συμμετέχει κιόλας. Η αφήγηση μας δίνεται με εσωτερική εστίαση καθώς είναι
προφανές ότι ο αφηγητής γνωρίζει όσα και τα πρόσωπα της ιστορίας.
«[...] Ἡ βάρκα ἐκείνη ἀπεῖχεν ... εἰς τάς ἀγκάλας μου, καί ἀνῆλθον». Να
εξετάσετε τη λειτουργία της περιγραφής στο συγκεκριμένο χωρίο.
Σε αυτό το απόσπασμα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής η βιωματικότητα του Παπαδιαμάντη καθώς η περιγραφή που μας δίνεται καθιστά σαφή την άριστη γνώση της περιοχής από το συγγραφέα. Είναι φανερό ότι ο Παπαδιαμάντης σ’ αυτά τα νερά έχει κολυμπήσει πολλές φορές και ξέρει με κάθε λεπτομέρεια το χώρο μέσα κι έξω από τη θάλασσα. Χάρη στη γνώση της περιοχής η περιγραφή αυτή κερδίζει σε ρεαλιστικότητα και βοηθά τον αναγνώστη να αναδημιουργήσει στο μυαλό του ακόμη πιο αποτελεσματικά την εικόνα του πνιγμού, αλλά και της σωτήριας βουτιάς του αφηγητή. Η τέχνη του Παπαδιαμάντη βρίσκει την καλύτερη δυνατή της έκφραση στα περιγραφικά σημεία, μιας και ο συγγραφέας αυτός έχει την ικανότητα να δημιουργεί με εξαιρετική πιστότητα και ρεαλισμό υπέροχες εικόνες της ελληνικής φύσης.
Αφηγηματικά η περιγραφή αυτή λειτουργεί ως στοιχείο επιβράδυνσης, το οποίο σε συνδυασμό με τη δραματική διατύπωση του αφηγητή ότι η Μοσχούλα ήταν πιο κοντά στο θάνατο απ’ ότι στη ζωή επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη.
«Ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ γηραιός Σισώης ὅτι “ἄν ἤθελαν νά μέ κάμουν καλόγερον, δέν ἔπρεπε νά μέ στείλουν ἔξω ἀπό τό μοναστήρι…”. Διά τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μου ἤρκουν τά ὀλίγα ἐκεῖνα κολλυβογράμματα, τά ὁποῖα αὐτός μέ εἶχε διδάξει, καί μάλιστα ἦσαν καί πολλά!...». Να σχολιάσετε το πιο πάνω χωρίο με 120-140 λέξεις.
Η γνωριμία του νεαρού αφηγητή με τη Μοσχούλα αποτέλεσε για εκείνον ανασταλτικό παράγοντα στην προσπάθειά του να αφοσιωθεί στο Θεό, καθώς είχε πλησιάσει την ομορφιά της ζωής και δεν μπορούσε πια να αποκλείσει τον εαυτό του από την ευκαιρία να γνωρίσει την ευτυχία του έρωτα. Η διάψευση όμως των προσδοκιών του και η απογοήτευση του από την πραγματικότητα της ζωής, επαναφέρουν στη μνήμη του τη συμβουλή του πατέρα Σισώη, ο οποίος έλεγε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει καλόγερος είναι να μην τον αφήσουν να βγει έξω από το μοναστήρι. Ο Σισώης είχε γνωρίσει τη δύναμη του έρωτα στην προσωπική του ζωή γι’ αυτό και ήξερε ότι αν ο νεαρός βρεθεί εκτός μοναστηριού το πιθανότερο είναι να έρθει αντιμέτωπος με τους εγκόσμιους πειρασμούς και να παραστρατήσει. Τώρα, λοιπόν, που ο ενήλικας αφηγητής είχε γνωρίσει τους πικρούς συμβιβασμούς της ζωής σκέφτεται ότι μάταια μπήκε στη διαδικασία και συνέχισε τις σπουδές του. Αν είχε παραμείνει στα λίγα γράμματα, στις βασικές γνώσεις δηλαδή, θα ακολουθούσε μια απλούστερη μορφή ζωής, κοντά στη φύση και στο Θεό και θα ήταν σαφώς πιο ευτυχισμένος.
Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το απόσπασμα που σας δόθηκε από το «Όνειρο στο κύμα» με το παρακάτω ποίημα του Κλείτου Κύρου, «Οπτική απάτη».
Η κοινή θεματική που διατρέχει τα δύο κείμενα είναι ο έρωτας για τη γυναίκα που φτάνει στη διάψευσή του όταν επέρχεται η συνειδητοποίηση ότι μια πραγματική σχέση δεν μπορεί να διατηρήσει τα στοιχεία του ονείρου και του έρωτα για πολύ καιρό. Στο κείμενο του Παπαδιαμάντη ο νεαρός ήρωας ερωτεύεται τη Μοσχούλα και παρόλο που δεν το παραδέχεται ξέρουμε ότι την παρατηρεί για καιρό και γνωρίζει τις συνήθειές της, καθώς και πολλές πληροφορίες για τη ζωή της. Ο έρωτας αυτός είναι βέβαια πλατωνικός και λειτουργεί κυρίως ως ενδιαφέρον από την πλευρά του ήρωα και ως ερωτική επιθυμία, η οποία κορυφώνεται όταν στην προσπάθειά του να σώσει την κοπέλα, παίρνει στην αγκαλιά του το γυμνό κορμί της και τη μεταφέρει στην ακτή. Το άγγιγμα αυτό παραμένει στη συνείδηση του νεαρού ως η επαφή με το όνειρο και διατηρείται έτσι μέχρι τα χρόνια της ενηλικίωσης του, χωρίς ποτέ να τεθεί σε κίνδυνο η ονειρικότητα και η τελειότητα αυτής της στιγμής.
Ο λόγος που στο μυαλό του αφηγητή η στιγμή αυτή παρέμεινε ως η ευτυχέστερη της ζωής του, είναι γιατί είχε εξιδανικεύσει τη νεαρή κοπέλα και την αντιμετώπιζε ως την προσωποποίηση του έρωτα. Άλλωστε, μεταξύ τους δεν υπήρξε ποτέ τίποτε πέρα από αυτό το σύντομο άγγιγμα, οπότε η αγνότητα του έρωτά τους και η απομάκρυνση του νέου από το νησί, οδήγησαν εύκολα αυτή τη στιγμή στο να θεωρηθεί μια τέλεια έκφανση του έρωτα. Όταν όμως ο νεαρός μεγάλωσε κι άρχισε να έρχεται σε επαφή με άλλες γυναίκες, στο κείμενο κάνει αναφορά για κυνέρωτες, άρχισε να απομυθοποιεί την αξία του έρωτα και σε συνδυασμό πάντοτε με την αίσθηση που είχε ότι εξαιτίας του έρωτά του για τη Μοσχούλα δεν αφοσιώθηκε πλήρως στο Θεό, απέκτησε μια αρνητική εικόνα για τις γυναίκες. Θεωρεί, μάλιστα, ότι ακόμη και η Μοσχούλα με το πέρασμα του χρόνου θα έγινε σαν τις άλλες, μια κόρη της Εύας δηλαδή, κάνοντας έτσι αναφορά στο ρόλο της γυναίκας στο προπατορικό αμάρτημα και παράλληλα υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη τη θρησκευτικότητά του.
Με παρόμοιο τρόπο το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στο ποίημα του Κλείτου Κύρου, βρίσκεται αρχικά σε μια διαδικασία οραματισμού και εξιδανίκευσης της γυναίκας που αγαπά. Τη θεωρεί βασανιστικά ελκυστική και της αναγνωρίζει μια εξαιρετική ποιότητα ομορφιάς, που τον ωθούσε να πιστεύει ότι αντίστοιχα όμορφη και αγνή θα είναι και ψυχικά. Όπως όμως σχολιάζει ο ποιητής, δεν είχε ακόμη μάθει για τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης, για τα γοητευτικά δηλαδή στοιχεία μιας γυναίκας που μπορούν να παρασύρουν έναν άντρα στο να την ερωτευτεί, χωρίς όμως να έχει γνωρίσει τον πραγματικό της εαυτό. Ο ήρωας του ποιήματος, επομένως, ενώ δίνεται στον έρωτα αυτής της γυναίκας τελικά καταλήγει να είναι μόνος του και να ανατρέχει σε μνήμες ενός μακρινού παρελθόντος, για να μας δηλώσει έτσι ο ποιητής ότι οι μόνες στιγμές που άξιζαν από την επαφή τους βρίσκονταν στην αρχή – αρχή του έρωτά τους.
Η γνωριμία των δύο αντρών με τις γυναίκες τους οδηγεί σε μια κατάσταση απογοήτευσης, καθώς και οι δύο καταλήγουν στη διαπίστωση ότι οι γυναίκες δεν είναι πάντοτε ακριβώς αυτό που φαίνονται. Η βασική διαφορά όμως στις δύο περιπτώσεις είναι ότι στο διήγημα του Παπαδιαμάντη η απογοήτευση του νεαρού εντάσσεται στο πλαίσιο μιας έντονης θρησκευτικής πίστης και μιας επιθυμίας να αφοσιωθεί στο Θεό, από την οποία τον απέτρεψε ο έρωτας για τη γυναίκα. Ενώ, στο ποίημα του Κύρου η απογοήτευση του ήρωα από τον έρωτα της γυναίκας δίνεται σε ένα καθαρό κοσμικό πλαίσιο, όπου δεν παρεμβαίνουν οι ενοχές που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην ψυχή ενός θρησκευόμενου η πεποίθηση ότι οι γυναίκες κάποτε αποτελούν μια γοητευτική μορφή του πειρασμού.
Σε αυτό το απόσπασμα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής η βιωματικότητα του Παπαδιαμάντη καθώς η περιγραφή που μας δίνεται καθιστά σαφή την άριστη γνώση της περιοχής από το συγγραφέα. Είναι φανερό ότι ο Παπαδιαμάντης σ’ αυτά τα νερά έχει κολυμπήσει πολλές φορές και ξέρει με κάθε λεπτομέρεια το χώρο μέσα κι έξω από τη θάλασσα. Χάρη στη γνώση της περιοχής η περιγραφή αυτή κερδίζει σε ρεαλιστικότητα και βοηθά τον αναγνώστη να αναδημιουργήσει στο μυαλό του ακόμη πιο αποτελεσματικά την εικόνα του πνιγμού, αλλά και της σωτήριας βουτιάς του αφηγητή. Η τέχνη του Παπαδιαμάντη βρίσκει την καλύτερη δυνατή της έκφραση στα περιγραφικά σημεία, μιας και ο συγγραφέας αυτός έχει την ικανότητα να δημιουργεί με εξαιρετική πιστότητα και ρεαλισμό υπέροχες εικόνες της ελληνικής φύσης.
Αφηγηματικά η περιγραφή αυτή λειτουργεί ως στοιχείο επιβράδυνσης, το οποίο σε συνδυασμό με τη δραματική διατύπωση του αφηγητή ότι η Μοσχούλα ήταν πιο κοντά στο θάνατο απ’ ότι στη ζωή επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη.
«Ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ γηραιός Σισώης ὅτι “ἄν ἤθελαν νά μέ κάμουν καλόγερον, δέν ἔπρεπε νά μέ στείλουν ἔξω ἀπό τό μοναστήρι…”. Διά τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μου ἤρκουν τά ὀλίγα ἐκεῖνα κολλυβογράμματα, τά ὁποῖα αὐτός μέ εἶχε διδάξει, καί μάλιστα ἦσαν καί πολλά!...». Να σχολιάσετε το πιο πάνω χωρίο με 120-140 λέξεις.
Η γνωριμία του νεαρού αφηγητή με τη Μοσχούλα αποτέλεσε για εκείνον ανασταλτικό παράγοντα στην προσπάθειά του να αφοσιωθεί στο Θεό, καθώς είχε πλησιάσει την ομορφιά της ζωής και δεν μπορούσε πια να αποκλείσει τον εαυτό του από την ευκαιρία να γνωρίσει την ευτυχία του έρωτα. Η διάψευση όμως των προσδοκιών του και η απογοήτευση του από την πραγματικότητα της ζωής, επαναφέρουν στη μνήμη του τη συμβουλή του πατέρα Σισώη, ο οποίος έλεγε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει καλόγερος είναι να μην τον αφήσουν να βγει έξω από το μοναστήρι. Ο Σισώης είχε γνωρίσει τη δύναμη του έρωτα στην προσωπική του ζωή γι’ αυτό και ήξερε ότι αν ο νεαρός βρεθεί εκτός μοναστηριού το πιθανότερο είναι να έρθει αντιμέτωπος με τους εγκόσμιους πειρασμούς και να παραστρατήσει. Τώρα, λοιπόν, που ο ενήλικας αφηγητής είχε γνωρίσει τους πικρούς συμβιβασμούς της ζωής σκέφτεται ότι μάταια μπήκε στη διαδικασία και συνέχισε τις σπουδές του. Αν είχε παραμείνει στα λίγα γράμματα, στις βασικές γνώσεις δηλαδή, θα ακολουθούσε μια απλούστερη μορφή ζωής, κοντά στη φύση και στο Θεό και θα ήταν σαφώς πιο ευτυχισμένος.
Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το απόσπασμα που σας δόθηκε από το «Όνειρο στο κύμα» με το παρακάτω ποίημα του Κλείτου Κύρου, «Οπτική απάτη».
Η κοινή θεματική που διατρέχει τα δύο κείμενα είναι ο έρωτας για τη γυναίκα που φτάνει στη διάψευσή του όταν επέρχεται η συνειδητοποίηση ότι μια πραγματική σχέση δεν μπορεί να διατηρήσει τα στοιχεία του ονείρου και του έρωτα για πολύ καιρό. Στο κείμενο του Παπαδιαμάντη ο νεαρός ήρωας ερωτεύεται τη Μοσχούλα και παρόλο που δεν το παραδέχεται ξέρουμε ότι την παρατηρεί για καιρό και γνωρίζει τις συνήθειές της, καθώς και πολλές πληροφορίες για τη ζωή της. Ο έρωτας αυτός είναι βέβαια πλατωνικός και λειτουργεί κυρίως ως ενδιαφέρον από την πλευρά του ήρωα και ως ερωτική επιθυμία, η οποία κορυφώνεται όταν στην προσπάθειά του να σώσει την κοπέλα, παίρνει στην αγκαλιά του το γυμνό κορμί της και τη μεταφέρει στην ακτή. Το άγγιγμα αυτό παραμένει στη συνείδηση του νεαρού ως η επαφή με το όνειρο και διατηρείται έτσι μέχρι τα χρόνια της ενηλικίωσης του, χωρίς ποτέ να τεθεί σε κίνδυνο η ονειρικότητα και η τελειότητα αυτής της στιγμής.
Ο λόγος που στο μυαλό του αφηγητή η στιγμή αυτή παρέμεινε ως η ευτυχέστερη της ζωής του, είναι γιατί είχε εξιδανικεύσει τη νεαρή κοπέλα και την αντιμετώπιζε ως την προσωποποίηση του έρωτα. Άλλωστε, μεταξύ τους δεν υπήρξε ποτέ τίποτε πέρα από αυτό το σύντομο άγγιγμα, οπότε η αγνότητα του έρωτά τους και η απομάκρυνση του νέου από το νησί, οδήγησαν εύκολα αυτή τη στιγμή στο να θεωρηθεί μια τέλεια έκφανση του έρωτα. Όταν όμως ο νεαρός μεγάλωσε κι άρχισε να έρχεται σε επαφή με άλλες γυναίκες, στο κείμενο κάνει αναφορά για κυνέρωτες, άρχισε να απομυθοποιεί την αξία του έρωτα και σε συνδυασμό πάντοτε με την αίσθηση που είχε ότι εξαιτίας του έρωτά του για τη Μοσχούλα δεν αφοσιώθηκε πλήρως στο Θεό, απέκτησε μια αρνητική εικόνα για τις γυναίκες. Θεωρεί, μάλιστα, ότι ακόμη και η Μοσχούλα με το πέρασμα του χρόνου θα έγινε σαν τις άλλες, μια κόρη της Εύας δηλαδή, κάνοντας έτσι αναφορά στο ρόλο της γυναίκας στο προπατορικό αμάρτημα και παράλληλα υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη τη θρησκευτικότητά του.
Με παρόμοιο τρόπο το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στο ποίημα του Κλείτου Κύρου, βρίσκεται αρχικά σε μια διαδικασία οραματισμού και εξιδανίκευσης της γυναίκας που αγαπά. Τη θεωρεί βασανιστικά ελκυστική και της αναγνωρίζει μια εξαιρετική ποιότητα ομορφιάς, που τον ωθούσε να πιστεύει ότι αντίστοιχα όμορφη και αγνή θα είναι και ψυχικά. Όπως όμως σχολιάζει ο ποιητής, δεν είχε ακόμη μάθει για τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης, για τα γοητευτικά δηλαδή στοιχεία μιας γυναίκας που μπορούν να παρασύρουν έναν άντρα στο να την ερωτευτεί, χωρίς όμως να έχει γνωρίσει τον πραγματικό της εαυτό. Ο ήρωας του ποιήματος, επομένως, ενώ δίνεται στον έρωτα αυτής της γυναίκας τελικά καταλήγει να είναι μόνος του και να ανατρέχει σε μνήμες ενός μακρινού παρελθόντος, για να μας δηλώσει έτσι ο ποιητής ότι οι μόνες στιγμές που άξιζαν από την επαφή τους βρίσκονταν στην αρχή – αρχή του έρωτά τους.
Η γνωριμία των δύο αντρών με τις γυναίκες τους οδηγεί σε μια κατάσταση απογοήτευσης, καθώς και οι δύο καταλήγουν στη διαπίστωση ότι οι γυναίκες δεν είναι πάντοτε ακριβώς αυτό που φαίνονται. Η βασική διαφορά όμως στις δύο περιπτώσεις είναι ότι στο διήγημα του Παπαδιαμάντη η απογοήτευση του νεαρού εντάσσεται στο πλαίσιο μιας έντονης θρησκευτικής πίστης και μιας επιθυμίας να αφοσιωθεί στο Θεό, από την οποία τον απέτρεψε ο έρωτας για τη γυναίκα. Ενώ, στο ποίημα του Κύρου η απογοήτευση του ήρωα από τον έρωτα της γυναίκας δίνεται σε ένα καθαρό κοσμικό πλαίσιο, όπου δεν παρεμβαίνουν οι ενοχές που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην ψυχή ενός θρησκευόμενου η πεποίθηση ότι οι γυναίκες κάποτε αποτελούν μια γοητευτική μορφή του πειρασμού.
Απαντήσεις στα θέματα των επαναληπτικών απολυτήριων εξετάσεων 2004
1. Στον Παπαδιαμάντη «φύση και άνθρωπος αλληλοεξαρτώνται και
αλληλοεπηρεάζονται» (Κυριάκος Πλησής, Προσεγγίσεις: Λογοτεχνικά δοκίμια για 12
Νεοέλληνες Συγγραφείς, «Αστήρ» Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου, 1955). Να δώσετε τρία
παραδείγματα από το κείμενο με τα οποία επιβεβαιώνεται η παραπάνω άποψη
(Μονάδες 9) και με βάση αυτά να χαρακτηρίσετε το είδος της πεζογραφίας του
Παπαδιαμάντη (Μονάδες 6).
Μονάδες 15
Η ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και τη
φύση, σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, προβάλλεται με εξαιρετική
ενάργεια στην ενότητα αυτή του διηγήματος. Ο ήρωας μαγεύεται από την ομορφιά
της φύσης και χάρη σ’ αυτή βιώνει μια καθαρή αίσθηση ελευθερίας και
ευδαιμονισμού, ενώ η φύση με τη σειρά της μετέχει στα συναισθήματα του ήρωα,
γίνεται ο χώρος που συντελείται το γιόρτασμα της νεότητας και συνάμα
αυτονομείται και αποκτά διαστάσεις συμβόλου.
Πιο συγκεκριμένα, με την πρώτη παράγραφο της ενότητας: «Μιαν
εσπέρα, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις
τους βράχους.... ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστικα”, κ’
ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.», παρουσιάζεται μια
εξαίσια εικόνα της θάλασσας και της ακρογιαλιάς που μαγνητίζει τον ήρωα και του
δημιουργεί μια έντονη επιθυμία να κολυμπήσει. Ο νεαρός βοσκός έκθαμβος από την
ομορφιά του φυσικού τοπίου αποφασίζει να ενδώσει στο κάλεσμα της θάλασσας,
γεγονός που αναδεικνύει αφενός το βαθμό στον οποίο η φύση επηρεάζει τον ήρωα
και αφετέρου εξυπηρετεί την οικονομία του έργου, καθώς θα «παγιδεύσει» τον
νεαρό στο συγκεκριμένο χώρο.
Το κάλλος του φυσικού τοπίου παρουσιάζεται εκ νέου στην
πορεία του κειμένου: «Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ’ έφθασα κάτω
εις την θάλασσαν. Την ώρα εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος... ή ήτον ο τάπης, που
του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, δια να καθίση να δειπνήση.». Η εικόνα
της ομορφιάς διευρύνεται σ’ αυτό το χωρίο περιλαμβάνοντας πλέον και τον ουρανό,
σχηματίζοντας έτσι ένα πλήρες σκηνικό θεσπέσιας ωραιότητας. Από τη θάλασσα ως
τον ουρανό, όπου κι αν στρέψει το βλέμμα του ο ήρωας είναι περιτριγυρισμένος
από τη μαγεία της φύσης. Το σημείο αυτό -όπως και το προηγούμενο χωρίο- έχει
διττή λειτουργία καθώς από τη μία ενισχύει κι επιβεβαιώνει το μάγεμα του νεαρού
από τη θέαση του φυσικού περιβάλλοντος κι από την άλλη τονίζει την αυτονομία
της φύσης. Η φύση δεν είναι προέκταση του ανθρώπου, είναι ένα θεϊκό κτίσμα που
επενεργεί δραστικά στον άνθρωπο και κατέχει τη δική της αυτούσια αξία.
«Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ’
έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην... ως να μετείχον της φύσεως αυτού,
της υγράς και αλμυράς και δροσώδους.». Η στιγμή που ο νεαρός ήρωας θα πέσει στη
θάλασσα, είναι η στιγμή που θα του δώσει την ευκαιρία να γευτεί πλήρως την
ομορφιά που μέχρι τότε θαύμαζε ως παρατηρητής. Ο ήρωας αισθάνεται γλύκα και
ανείπωτη μαγεία, βιώνει έναν καθολικό ευδαιμονισμό και πολύ περισσότερο
φαντάζεται τον εαυτό του να ενώνεται με τη φύση του κύματος, νιώθει δηλαδή σα
να γίνεται ένα με την υγρή και δροσερή υπόσταση του θαλασσινού νερού. Το χωρίο
αυτό έχει ιδιαίτερη αξία όχι μόνο γιατί αναδεικνύει την ευτυχία που προσφέρει η
επαφή με τη φύση στο νεαρό, αλλά και γιατί καθιστά τη φύση ως τον καθαυτό χώρο
όπου είναι εφικτή η βίωση της απόλυτης ελευθερίας και ευδαιμονίας. Η φύση χάρη
στην ευδαιμονική εμπειρία του νεαρού ήρωα, αποδεσμεύεται από τη στατική εικόνα
του όμορφου τοπίου, αποκτά ζωτικό παλμό και αναδεικνύεται ως σύμβολο ελευθερίας
και γνήσιου ευδαιμονισμού.
Τα χωρία αυτά που φανερώνουν τη σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα
στη φύση και στον άνθρωπο, αναδεικνύουν παράλληλα και την πολύπλευρη διάσταση
της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη. Μπορούμε δηλαδή να διαπιστώσουμε ότι η
αναφορά στην ηθογραφία και το ρεαλισμό δεν καλύπτει πλήρως τις ποικίλες
αποχρώσεις του αφηγηματικού λόγου του συγγραφέα.
Όπως προκύπτει, λοιπόν, από τα συγκεκριμένα χωρία το Όνειρο
στο κύμα είναι ηθογραφικό, υπό την έννοια ότι αναφέρεται στα βιώματα ενός
νεαρού βοσκού στην επαρχιακή γενέτειρά του και συνάμα προβάλλει την ειδυλλιακή
και γαλήνια ζωή κοντά στη φύση. Χαρακτηριστικό, άλλωστε, γνώρισμα της
ηθογραφίας είναι και η καταγραφή λαϊκών παραδόσεων, στοιχείο που γίνεται
ιδιαίτερα σαφές όταν ο αφηγητής μας παραπέμπει («καθώς λέγουν») στη λαϊκή
παράδοση σχετικά με τον τάπητα που στρώνει η μητέρα του ήλιου στο γιο της για
να δειπνήσει.
Το διήγημα βέβαια έχει και στοιχεία ρομαντισμού τα οποία
προκύπτουν τόσο από το υποβλητικό σκηνικό που δημιουργεί ο συγγραφέας με το φως
του φεγγαριού, όσο και από τη γενικότερη κυριαρχία της φύσης στη διήγησή του.
Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί η ποιητικότητα του κειμένου
που γίνεται εμφανής στην περιγραφή της ακρογιαλιάς, με τα ποικίλα σχήματα
λόγου, αλλά και με τη γενικότερη λυρική διάθεση που κινεί το λόγο του
συγγραφέα.
Στο κείμενο διακρίνουμε παράλληλα έντονο το στοιχείο του
συμβολισμού, καθώς η περιγραφή της επαφής του νεαρού ήρωα με τη θάλασσα και η
βαθιά ευδαιμονία που βιώνει, καθιστούν τη θάλασσα ως ένα σύμβολο της ελευθερίας
και της πραγματικής ευτυχίας.
Η ειδυλλιακή εικόνα της ζωής του νεαρού βοσκού κοντά στη
φύση και οι εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς που μας παρουσιάζονται, κάνουν αισθητή
την απήχηση του Αρκαδισμού στο συγκεκριμένο διήγημα. Η απλότητα της ζωής, η
ομορφιά της φύσης και η βαθιά ευδαιμονία του ήρωα από την αρμονική συνύπαρξή
του με το φυσικό περιβάλλον, μας παραπέμπουν σε ανάλογες θεματικές της
βουκολικής ποίησης.
Συμπληρωματικά θα πρέπει να αναφέρουμε την ψυχογραφική
διάσταση του κειμένου, με τη συνεχή φροντίδα του συγγραφέα να καταγράφει τις
ψυχικές διακυμάνσεις του νεαρού ήρωα και την ένταση της ευδαιμονίας που του
προσφέρει η επαφή του με τη φύση. Στο σημείο μάλιστα που ο ήρωας κολυμπά και
φαντάζεται τον εαυτό του να γίνεται ένα με το κύμα, εντοπίζουμε και τη
μεταφυσική διάσταση του κειμένου, όπου η αίσθηση της απόλαυσης και της ευτυχίας
διατρέχει τόσο βαθιά τον ήρωα, ώστε του δημιουργείται η εντύπωση πως έχει πια
ενωθεί με την πηγή του ασύγκριτου ευδαιμονισμού του, πως μετέχει δηλαδή της
υγρής φύσης της θάλασσας.
2. Αφού διαβάσετε προσεκτικά το απόσπασμα από το «Ὄνειρο στό κῦμα»
του Αλ. Παπαδιαμάντη, να αναγνωρίσετε τον τύπο του αφηγητή και την εστίαση και
να εντοπίσετε πέντε (5) εκφραστικά μέσα στην πρώτη παράγραφο του αποσπάσματος
«Μίαν ἑσπέραν ... Ἦτον τόν Αὔγουστον
μῆνα».
Μονάδες 20
Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ομοδιηγητικός, υπό την έννοια
ότι διηγείται την ιστορία του και κατ’ επέκταση δραματοποιημένος, αφού
συμμετέχει ως πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται.
Η αφήγηση των γεγονότων γίνεται με εσωτερική εστίαση από τον
ήρωα της ιστορίας, το νεαρό βοσκό. Η θέαση δηλαδή είναι περιορισμένη και ανήκει
στον κεντρικό ήρωα, ο οποίος σε αντίθεση με τον παραδοσιακό παντογνώστη
αφηγητή, δεν γνωρίζει καθετί που σχετίζεται με την ιστορία. Η εσωτερική εστίαση
επιτρέπει έτσι την παρουσίαση δραματικών απροόπτων, όπως είναι το «σφοδρόν
πλατάγισμα εις την θάλασσαν», που ξαφνιάζει τον νεαρό ήρωα.
Εκφραστικά μέσα
«εσχημάτιζε χίλιους γλαφυρούς κολπίσκους»: υπερβολή
«(εσχημάτιζε) αγκαλίτσες το κύμα»: μεταφορά
«αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού
εκοιλαίνοντο εις σπήλαια»: αντίθεση
«το οποίον ειρεχώρει μορμυρίζον, χορεύον»: προσωποποίηση του
νερού
«όμοιον με το βρέφος του ψελλίζον...» παρομοίωση
3. Να εξετάσετε τη λειτουργία της περιγραφής στο συγκεκριμένο
απόσπασμα.
Μονάδες 20
Η περιγραφή της ομορφιάς του φυσικού τοπίου, με την ανάδειξη
της μαγείας που ασκεί η ακρογιαλιά στον νεαρό ήρωα, ενέχει σημαντική αξία για
το όλο διήγημα. Ο Παπαδιαμάντης επιθυμεί να παρουσιάσει την ωραιότητα της φύσης
τονίζοντας παράλληλα και την αυτονομία της έναντι του ανθρώπου. Σε αντίθεση με
το λαϊκό ανιμισμό της φύσης, όπως δίνεται στα δημοτικά τραγούδια, όπου η φύση
νοείται ως τμήμα του ανθρώπινου βίου και αποκτά υπόσταση μόνο όταν σχετίζεται
με τη δράση των ανθρώπων, ο Παπαδιαμάντης θέλει να αναδείξει την αυτονομία της.
Η φύση για τον Παπαδιαμάντη δεν αποτελεί προέκταση του
ανθρώπου, είναι ένα θείο δημιούργημα με ανυπέρβλητη ομορφιά που αξίζει απόλυτα
την προσοχή του αναγνώστη-ανθρώπου. Μέσω της περιγραφής, επομένως, ο συγγραφέας
κατορθώνει να παραστήσει το κάλλος του φυσικού τοπίου και να δείξει την εύλογη
επίδραση που ασκεί στον ήρωα της ιστορίας. Η ποιητική περιγραφή του συγγραφέα
έρχεται να καταστήσει σαφές το γεγονός ότι η φύση αποτελεί φορέα ευδαιμονίας
για τον άνθρωπο που είναι έτοιμος να αφεθεί στο κάλεσμά της.
Χάρη στις εξαίρετες περιγραφές του Παπαδιαμάντη, άλλωστε,
πραγματώνεται πληρέστερα η ηθογραφική διάσταση του κειμένου, καθώς η ειδυλλιακή
εικόνα για τη ζωή στην ύπαιθρο εμπλουτίζεται με την κυρίαρχη ομορφιά του
φυσικού τοπίου. Έτσι, η μαγεία που αισθάνεται ο ήρωας και η βαθιά συγκίνησή του
μπροστά στο μεγαλείο του φυσικού περιβάλλοντος αιτιολογείται άριστα μέσα από τη
λυρικότητα των περιγραφών του συγγραφέα. Ο αναγνώστης αντικρίζει μέσα από τα
μάτια του αφηγητή την ομορφιά του τοπίου και αισθάνεται μια παρόμοια συγκίνηση.
Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως η περιγραφή είναι το
μέσο του συγγραφέα για να μεταδώσει στον αναγνώστη την αγάπη του για το
σκιαθίτικο τοπίο, αλλά και τη βαθιά του πεποίθηση πως μόνο κοντά στη φύση είναι
εφικτή η ευτυχία του ανθρώπου.
Εύλογο είναι τέλος πως με την περιγραφή του τοπίου ο
συγγραφέας παρουσιάζει το σκηνικό χώρο στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία που
μας αφηγείται.
4. «Ὁ κρότος ἤρχετο δεξιόθεν, ... συνήθως ἐλούετο». Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο το
χωρίο (περίπου 130 λέξεις).
Μονάδες 25
Ο νεαρός ήρωας ακούγοντας τον πλαταγισμό στο νερό
αντιλαμβάνεται πως κάποιος έχει πέσει στη θάλασσα κι αμέσως η σκέψη του
πηγαίνει στη Μοσχούλα, μιας και γνώριζε πως στο σημείο εκείνο συνήθιζε να
κολυμπά η κοπέλα τα πρωινά. Η επιλογή του να κολυμπήσει σ’ εκείνο το μέρος
αποτελεί, ως ένα βαθμό, φανέρωμα των
συναισθημάτων του για την κοπέλα, εφόσον συνειδητά διαλέγει το χώρο που συνήθως
κολυμπά κι εκείνη. Εντούτοις, η έκπληξή του είναι γνήσια, καθώς αντιλαμβάνεται
πλήρως την αρνητική εντύπωση που θα προκαλούσε η εκεί παρουσία του στη
Μοσχούλα. Είναι σαφές πως η κοπέλα θα τον αντιμετώπιζε ως ένα σατυρίσκο, αν τον
έβλεπε ξαφνικά μπροστά της. Η υποκοριστική χρήση της λέξης σάτυρος, έρχεται να
κάνει πιο ήπια την αρνητική χροιά της, που συνδέεται με τους ασελγούς, λάγνους
και ερωτικά παρενοχλητικούς ανθρώπους.
[Λέξεις 130]
5. Αφού συγκρίνετε το απόσπασμα από το «Ὄνειρο στό κῦμα»
του Αλ. Παπαδιαμάντη με το επόμενο απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Λεμονοδάσος»
του Κοσμά Πολίτη να επισημάνετε τις ομοιότητες ως προς το περιεχόμενο.
Μονάδες 20
Κοσμάς Πολίτης, «Λεμονοδάσος» (απόσπασμα)
Χαρά Θεοῦ. Εἶναι νωρίς ἀκόμα
κι ὁ μπάτης δέ σηκώθηκε. Ἡ θάλασσα γαλάζια κι ἀρυτίδωτη, μιά πάχνη ἀνάρια
κάθεται χαμηλά, τριγύρω στόν ὁρίζοντα,
σπαρμένη ἐδῶ κι ἐκεῖ μ’ ἀκίνητα
λευκά πανάκια.
Πέρα, μακριά, στό θάμπος τοῦ
πελάγου, ἕνα βραχάκι ὁλόρθο στέκεται μοναχικό καταμεσῆς τῆς
θάλασσας. Ὁ ἥλιος τό ντύνει μ’ ἕνα φῶς ξανθό -τριανταφυλλί καί τό ἐξαϋλώνει. Λές κ' εἶν' ὁ Ἰησοῦς
ἐπί τῶν
ὑδάτων.
Νιώθω μέσα μου τήν πρωινή γαλήνη, χαμογελῶ σ’ ὅλους
τούς ἐπιβάτες. Δέν εἶναι γνώριμα τά μέρη τοῦτα πού τά ξαναπέρασα πρίν ἀπό δεκαπέντε μέρες. Ἡ ἀκρογιαλιά, τόσο
κοντά, πού ξεχωρίζω κάθε σκισιά τοῦ
βράχου, κάθε χορτάρι πάνω στό βουναλάκι ψηλά.
Τώρα γίνηκε ἀπότομη.
Τά πεῦκα, ξέχωρα φυτρωμένα, φτάνουνε ὥς τήν ἄκρη
ἀπό τά βράχια. Ἕνα τους φύτρωσε ἀπόμερα
πάνω στήν κάθετη πλαγιά· γέρνει πάνω στή θάλασσα νά τή φιλήσει.
Τά βουναλάκια χαμηλώνουν, ἀλλάζουν
σέ πλατειές ταράτσες, ἡ μιά πάνω ἀπό τήν ἄλλη,
φυτεμένες λιόδεντρα. Πίσω τους ἡ
βαθυγάλαζη βουνοσειρά. Ὁ δρόμος ἀσπρίζει χαμηλά, πλάϊ στ’ ἀκρογιάλι.
Ἡ θάλασσα παίρνει ἕνα χρῶμα
πιό βαθύ, ἀρχίζει νά ζαρώνη μέ τήν
πρώτη ἀνάλαφρη πνοή. [...] Χάνω τό αἴσθημα τοῦ
χρόνου -φαντάζομαι νά κυβερνῶ τή
γρήγορη τριήρη τοῦ Ἰάσονα στό θριαμβευτικό ταξίδι της πρός τήν
Κολχίδα.- Κάποιο καστανόχρυσο δέρας θά’ ναι τό ζηλεμένο ἔπαθλο. Ἀνοίξαν τά βουνά
διάπλατα στό σίμωμά μας, ὅπως σέ
παραμύθι, καί πλέομε ἀνάμεσα σέ
καταπράσινες ἀκρογιαλιές πού ὅσο πᾶνε
καί στενεύουν. [...] Ὁ ἥλιος καίει καλοκαιριάτικος.
Οι ομοιότητες των δύο κειμένων προκύπτουν από τη θεματική
της φύσης που κυριαρχεί στα συγκεκριμένα αποσπάσματα και από την προσπάθεια των
συγγραφέων να περιγράψουν αναλυτικά το τοπίο που οι ήρωες των δύο ιστοριών
αντικρίζουν γύρω τους.
Ειδικότερα ομοιότητες έχουμε:
- Στην
αναφορά της επίδρασης που ασκεί το φυσικό τοπίο στη συναισθηματική κατάσταση
των ηρώων. Ο νεαρός βοσκός θέλγεται από τη θάλασσα και όταν πέφτει στα νερά της
νιώθει ανείπωτη μαγεία και φαντάζεται τον εαυτό του να γίνεται ένα με το κύμα,
μετέχοντας της υγρής του φύσης. Αντιστοίχως, ο ήρωας-αφηγητής του Κοσμά Πολίτη
νιώθει μέσα του τη γαλήνη του πρωινού κι αισθάνεται ευδιάθετος χάρη στην
ομορφιά που τον περιβάλλει, ενώ από τη στιγμή που αφήνεται στην παρατήρηση της
θάλασσας, χάνει την επαφή με το χρόνο και φαντάζεται τον εαυτό του να κυβερνά
την τριήρη του Ιάσονα. Είναι χαρακτηριστική εδώ η δυνατότητα της φύσης να
αποσπά τα πρόσωπα από το παρόν κι από την υπόστασή τους και να τους δημιουργεί
την αίσθηση πως κινούνται σ’ ένα διαφορετικό κόσμο, άχρονο, όπου δεν ισχύουν οι
περιορισμοί της πραγματικότητας.
- Στην
περιγραφή του τοπίου, όπου κυριαρχεί βέβαια η θάλασσα, με το παιχνίδισμα του
νερού και των χρωματισμών της, εμπλουτίζεται όμως και με λεπτομερείς αναφορές
στην ακρογιαλιά. Η παρουσία των βράχων και οι ποικίλες εναλλαγές που προσδίδουν
στη σύσταση της ακρογιαλιάς, αναφέρεται και στα δύο κείμενα. Η εικόνα της
απότομης ακρογιαλιάς με τους μεγάλους βράχους, πάντως, που αποδίδεται κι από
τους δύο συγγραφείς μας παραπέμπει στο οικείο ελληνικό τοπίο των νησιών και των
παραθαλάσσιων περιοχών. Η εικόνα, άλλωστε, συμπληρώνεται και στα δύο κείμενα με
τα βουνά, τους λόγγους και τα μεταξύ τους μονοπάτια, που συνθέτουν την
ιδιαιτερότητα του τοπίου που συνδυάζει ορεινά σημεία, επίπεδες επιφάνειες και
φυσικά τις βραχώδεις ακρογιαλιές.
- Στην
ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται σ’ έναν ορισμένο βράχο. Στο Όνειρο στο κύμα ο
βράχος αυτός που χαρακτηρίζεται από τον ήρωα ως δικός του, οριοθετεί το χώρο
ανάμεσα στην ακρογιαλιά που πέφτει να κολυμπήσει και στο σημείο που έχει αφήσει
το κοπάδι του, αλλά και έχει δέσει την κατσίκα του. Από την στο Λεμονοδάσος
έχουμε έναν μικρότερο βράχο που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα, κι όπως λούζεται
από το φως του ήλιου μοιάζει να εξαϋλώνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου